Είναι η τρίτη ομάδα στην πόλη και φυσικά νεοσύστατη αφού ξεκίνησε το 2017 από την Super League 2, ανέβηκε στην Super League το 2019 και έκτοτε στέριωσε στην πρώτη τη τάξει κατηγορία της χώρας μας. Σε πολλούς δεν άρεσε η ιδέα μιας ομάδας που θα έρθει να προστεθεί σε Νίκη Βόλου και Ολυμπιακό Βόλου, αφού ερυθρόλευκοι και κυανόλευκοι αποτελούν τις δύο ομάδες με την μεγαλύτερη και μακροβιότερη ιστορία στην πρωτεύουσα της Μαγνησίας. Αλλά το ποδόσφαιρο είναι επαγγελματικό και οι ομάδες εταιρείες που κοιτούν το συμφέρον τους και την επιβίωσή τους. Μία εξ’ αυτών είναι ο Βόλος.
Πρόκειται για μια ομάδα με σύντομη ιστορία, αλλά με γρήγορα αντανακλαστικά, αφήνοντας το στίγμα της στην Super League, παλεύοντας κάθε χρόνο για την εξάδα και τα πλει οφφ και βγάζοντας παίκτες που σίγουρα θα μείνουν στο ευρύ κοινό του Βόλου αλλά και του ελληνικού πρωταθλήματος. Και το λέω αυτό διότι δεν είναι καθόλου εύκολο και απλό πράγμα μια ομάδα τόσο “φρέσκια” και με μικρό μπάτζετ, μπροστά στις υπόλοιπες ομάδες της Super League, να καταφέρει να διατηρηθεί ψηλά στην βαθμολογία και να “παράξει” παίκτες που απασχόλησαν και απασχολούν, ενώ άλλοι μετεγγράφηκαν σε ομάδες άλλων χωρών.
Τάσος Δουβίκας, Ζουλιάν Μπαρτόλο, Ζαν Μπαριέντος, Φράνκο Φεράρι, Πάολο Φερνάντεζ, Βασίλης Μάντζης και φυσικά… Τομ Βαν Βεερτ αποτελούν παίκτες, όπως και άλλοι, παραδείγματα και “τιτλοφορούν” με τρόπο σαγηνευτικό τις προσπάθειες του Βόλου. Επιβεβαιώνουν αυτό που λέω και στον τίτλο, ότι ο Βόλος δηλαδή, αποτελεί μια ομάδα που διαθέτει μια άκρως ενεργή και δυνατή “μηχανή” παραγωγής παικτών. Ο Δουβίκας με την μεταγραφή του στην Ουτρέχτη, και μάλιστα πραγματοποιώντας σπουδαίες εμφανίσεις, αποτελεί ηχηρό μήνυμα πως το ποδόσφαιρο είναι πάρε-δώσε, είναι χρήμα, είναι επαγγελματισμός, είναι εταιρείες και συναλλαγές, ισολογισμοί, υπολογισμοί, ταμείο, πληθωρισμός. Δεν υπάρχει ρομαντισμός. Το λεγόμενο “παίζω για την φανέλα” μόνο σε σοκάκια και γειτονιές παιδιών περί τα 15-16 χρόνια θα το ακούσει κανείς τώρα, βλέποντας μία μικρογραφία του τι γινόταν κάποτε. Δηλαδή; Αυτό το αίσθημα του να παίζει κάθε ομάδα για να κερδίσει και μόνο, χωρίς χρηματικά έπαθλα και συμβόλαια.

Χάνονται τα εγχώρια ταλέντα αλλά έτσι είναι το ποδόσφαιρο
Ο Άρης την περίοδο 2010-2011 είχε αγωνιστεί σε παιχνίδι με μόλις έναν Έλληνα στην ενδεκάδα του και αυτός ήταν ο τερματοφύλακας Σηφάκης. Αλλά έστω υπήρχε μία ελληνική παρουσία εντός αγωνιστικού χώρου. Το να αγωνιστεί μια Ελληνική ομάδα, δίχως κανέναν Έλληνα στην διάταξή της είναι σίγουρα οξύμωρο, αλλά είναι η πραγματικότητα που έρχεται να “τροφοδοτήσει” το σήμερα, δηλαδή τη νέα τάξη πραγμάτων. Οι μάνατζερ φέρνουν ξένους παίκτες, είτε είναι καλοί είτε όχι, και ταλέντα από τις ακαδημίες “καίγονται” γιατί οι ομάδες είναι εταιρείες και υπερασπίζονται το ταμείο τους και τα έσοδα τους. Όταν ένας ιδιοκτήτης ομάδας βάζει λεφτά, δε περιμένει φυσικά λιγότερα έσοδα και περισσότερα έξοδα, αλλά το να “πιάσουν” τόπο οι επενδύσεις του. Αυτό συμβαίνει φέτος με τον Βόλο και τους παίκτες που παράγει. Μέχρι στιγμής η πλειοψηφία έχει “πιάσει” και έρχονται μεγάλες προσφορές, με αποκορύφωμα αυτή στον Τομ Βαν Βεερτ που βρίσκεται στους πρώτους σκορερ του πρωταθλήματος και αποτελεί “αποκάλυψη” για τους Θεσσαλούς. Ήδη αρκετοί μνηστήρες κρούουν την πόρτα της διοίκησης για να τον κάνουν δικό τους.

Η έρευνα δείχνει πολλά και με επιβεβαιώνει
H Ελλάδα βρίσκεται στην έκτη θέση -που μοιράζεται με την Γαλλία- στον κόσμο σε αποκτήσεις παικτών, σε διεθνείς μεταγραφές, κατά τη διάρκεια της χειμερινής μεταγραφικής περιόδου και στην όγδοη στην κατάταξη με τις χώρες που δαπάνησαν τα περισσότερα χρήματα, σε αυτό το μεταγραφικό παζάρι!
Όπως αναφέρει η έκθεση της FIFA για τις διεθνείς μεταγραφές, «International Transfer Snapshot», 108 παίκτες έφτασαν στην Ελλάδα σε συλλόγους που ξόδεψαν 23,7 εκατομμύρια ευρώ και αυτό δείχνει το πως πραγματεύονται οι ομάδες-εταιρείες τα πράγματα.
Έπιλογικά, ο Βόλος βγάζει παίκτες και ανακαλύπτει ποδοσφαιριστές που κάνουν την διαφορά, φέρνοντας “ζεστό” χρήμα στα ταμεία της ομάδας, μια επένδυση που μελλοντικά θα αποφέρει κέρδος. Είναι αρκετοί αυτοί που “δυνάμωσαν” το όνομα και τη δημοτικότητά τους μέσω Βόλου, αλλά και Έλληνες παίκτες που άρπαξαν την ευκαιρία και τώρα βρίσκονται στο εξωτερικό, “χτυπώντας” και την πόρτα της Εθνικής ομάδας, όπως ο Τάσος Δουβίκας. Και σε άλλους σίγουρα θα έρθει καλή πρόταση, ενώ και από του χρόνου αναμένουμε με ενδιαφέρον ποιος παίκτης θα αποτελέσει “κύκνειο άσμα”. Απλά ποδόσφαιρο και οικονομία!






